Δευτεροπαθής Υπέρταση: Όταν η Υψηλή Πίεση Έχει Συγκεκριμένη Αιτία

δευτεροπαθής υπέρταση

Γράφει ο παθολόγος Ηρακλής Αβραμόπουλος

Στη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων με υψηλή αρτηριακή πίεση —περίπου στο 85-90%— δεν υπάρχει ένα μοναδικό, συγκεκριμένο αίτιο. Η πίεση ανεβαίνει σταδιακά με τα χρόνια, ως αποτέλεσμα κληρονομικότητας, ηλικίας και τρόπου ζωής. Αυτή είναι η λεγόμενη ιδιοπαθής υπέρταση (essential hypertension).

Υπάρχει όμως και μια σημαντική μειονότητα ασθενών —γύρω στο 10%— όπου η αυξημένη πίεση οφείλεται σε μια συγκεκριμένη, αναγνωρίσιμη και συχνά θεραπεύσιμη πάθηση. Αυτή ονομάζεται δευτεροπαθής υπέρταση (secondary hypertension). Η διάκριση δεν είναι ακαδημαϊκή λεπτομέρεια: όταν εντοπιστεί και αντιμετωπιστεί το υποκείμενο αίτιο, η πίεση μπορεί να βελτιωθεί δραματικά ή ακόμη και να θεραπευτεί πλήρως.

Στο άρθρο αυτό θα εξηγήσω πότε πρέπει να υποψιαστούμε δευτεροπαθή υπέρταση, ποια είναι τα συχνότερα αίτιά της και πώς διερευνάται.

Πόσο συχνή είναι η δευτεροπαθής υπέρταση;

Συνολικά, η δευτεροπαθής υπέρταση ευθύνεται για περίπου το 5-15% των περιπτώσεων υψηλής πίεσης. Το ποσοστό όμως δεν είναι το ίδιο σε όλους: εξαρτάται καθοριστικά από την ηλικία και από τα χαρακτηριστικά της υπέρτασης.

Σε νέους ενήλικες κάτω των 40 ετών η συχνότητα είναι εντυπωσιακά υψηλότερη. Σε μια μεγάλη μελέτη που εξέτασε πάνω από 2.000 νεαρούς ασθενείς με επιβεβαιωμένη υπέρταση, σχεδόν 3 στους 10 (29,6%) είχαν δευτεροπαθή αιτία. Γι’ αυτό και οι νεότερες ευρωπαϊκές οδηγίες του 2024 συνιστούν ολοκληρωμένο έλεγχο για δευτεροπαθή υπέρταση σε όλους τους υπερτασικούς κάτω των 40 ετών.

Αντίστοιχα, σε ασθενείς με ανθεκτική υπέρταση (πίεση που δεν ρυθμίζεται παρά τη λήψη τριών ή περισσότερων φαρμάκων) η πιθανότητα να κρύβεται ένα δευτερογενές αίτιο είναι σαφώς μεγαλύτερη.

Πότε πρέπει να υποψιαστούμε δευτεροπαθή υπέρταση;

Δεν χρειάζεται κάθε υπερτασικός εκτεταμένο έλεγχο για σπάνια αίτια. Υπάρχουν όμως ορισμένα «χαρακτηριστικά σημάδια» (red flags) που πρέπει να μας βάλουν σε υποψία. Τα κυριότερα είναι:

  • Πρώιμη εμφάνιση: υπέρταση που εμφανίζεται σε νεαρή ηλικία, ιδίως πριν τα 40.
  • Ανθεκτική υπέρταση: πίεση που παραμένει υψηλή παρά τη θεραπεία με τρία ή περισσότερα φάρμακα (συμπεριλαμβανομένου διουρητικού).
  • Απότομη εμφάνιση ή απότομη επιδείνωση μιας πίεσης που ήταν προηγουμένως καλά ρυθμισμένη.
  • Πολύ υψηλές τιμές ή κακοήθης/επιταχυνόμενη υπέρταση.
  • Δυσανάλογη βλάβη οργάνων-στόχων (καρδιάς, νεφρών, αμφιβληστροειδούς) σε σχέση με τη βαρύτητα της πίεσης.
  • Ευρήματα από τον εργαστηριακό έλεγχο, όπως ανεξήγητα χαμηλό κάλιο στο αίμα (υποκαλιαιμία) ή επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας.

Η παρουσία ενός ή περισσότερων από αυτά τα σημάδια είναι που δικαιολογεί την περαιτέρω διερεύνηση.

Τα συχνότερα αίτια της δευτεροπαθούς υπέρτασης

Τα αίτια είναι πολλά, αλλά στην πράξη τέσσερα-πέντε καλύπτουν τη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων.

1. Πρωτοπαθής αλδοστερονισμός — το πιο συχνό και υποδιαγνωσμένο αίτιο

Ο πρωτοπαθής αλδοστερονισμός (primary aldosteronism) είναι η πιο συχνή ορμονική αιτία δευτεροπαθούς υπέρτασης και, παραδόξως, η πιο παραγνωρισμένη. Οφείλεται στην αυτόνομη, υπερβολική παραγωγή της ορμόνης αλδοστερόνης από τα επινεφρίδια, η οποία προκαλεί κατακράτηση νατρίου και αύξηση της πίεσης.

Παλαιότερα θεωρούνταν σπάνιος. Σήμερα γνωρίζουμε ότι αφορά περίπου το 5% έως 20% των υπερτασικών —ένα εντυπωσιακά υψηλό ποσοστό. Το πιο σημαντικό: οι περισσότεροι ασθενείς δεν έχουν το «κλασικό» χαμηλό κάλιο που παλιά θεωρούσαμε απαραίτητο για τη διάγνωση, γι’ αυτό και η πάθηση διαφεύγει.

Ο έλεγχος γίνεται με μια απλή εξέταση αίματος, τον λόγο αλδοστερόνης προς ρενίνη (aldosterone-to-renin ratio, ARR). Οι πιο πρόσφατες οδηγίες (ευρωπαϊκές 2024, Endocrine Society 2025) διευρύνουν σημαντικά τις συστάσεις: πλέον προτείνεται να εξετάζονται για πρωτοπαθή αλδοστερονισμό πολύ περισσότεροι υπερτασικοί από ό,τι στο παρελθόν. Σημαντική πρακτική βελτίωση είναι ότι, σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα, ο ασθενής συνήθως δεν χρειάζεται να διακόψει τα περισσότερα αντιυπερτασικά του φάρμακα πριν την εξέταση (με εξαίρεση τους ανταγωνιστές αλδοστερόνης), κάτι που κάνει τον έλεγχο πιο εύκολο και ασφαλή.

Η σημασία της διάγνωσης είναι μεγάλη: όταν η αιτία είναι ένα μονόπλευρο αδένωμα του επινεφριδίου, η χειρουργική αφαίρεση μπορεί να θεραπεύσει την υπέρταση, ενώ στις άλλες περιπτώσεις υπάρχει στοχευμένη φαρμακευτική αγωγή.

2. Νεφρική νόσος (νεφρογενής υπέρταση)

Οι νεφροί παίζουν κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση της πίεσης, οπότε κάθε χρόνια νεφρική πάθηση —από τη χρόνια νεφρική νόσο μέχρι την πολυκυστική νόσο των νεφρών— μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει την υπέρταση. Πρόκειται για ένα από τα συχνότερα αίτια, ιδίως σε μεγαλύτερες ηλικίες. Ο έλεγχος περιλαμβάνει εξετάσεις αίματος (κρεατινίνη, εκτίμηση νεφρικής λειτουργίας), ανάλυση ούρων και, όπου χρειάζεται, υπερηχογράφημα νεφρών.

3. Στένωση νεφρικής αρτηρίας (νεφραγγειακή υπέρταση)

Η νεφραγγειακή υπέρταση (renovascular hypertension) οφείλεται σε στένωση της αρτηρίας που τροφοδοτεί τον νεφρό. Η μειωμένη ροή αίματος «ξεγελά» τον νεφρό, ο οποίος ενεργοποιεί ορμονικούς μηχανισμούς που ανεβάζουν την πίεση. Αφορά περίπου το 5% των υπερτασικών.

Υπάρχουν δύο βασικές μορφές: η αθηρωματική, που εμφανίζεται κυρίως σε ηλικιωμένους με αγγειακή νόσο, και η ινομυϊκή δυσπλασία (fibromuscular dysplasia), που τυπικά προσβάλλει νεότερες γυναίκες. Ένα χαρακτηριστικό κλινικό σημάδι είναι η σημαντική αύξηση της κρεατινίνης μετά την έναρξη φαρμάκων τύπου ΑΜΕΑ ή ΑΤ αποκλειστών. Η διάγνωση γίνεται με απεικονιστικές μεθόδους (υπέρηχος Doppler, αξονική ή μαγνητική αγγειογραφία).

4. Αποφρακτική υπνική άπνοια

Η αποφρακτική υπνική άπνοια (obstructive sleep apnea, OSA) είναι εξαιρετικά συχνή και συχνά υποτιμημένη αιτία δύσκολα ρυθμιζόμενης πίεσης. Κατά τη διάρκεια του ύπνου, ο ανώτερος αεραγωγός «κλείνει» επανειλημμένα, προκαλώντας διακοπές στην αναπνοή και πτώση του οξυγόνου. Αυτό ενεργοποιεί το συμπαθητικό νευρικό σύστημα και ανεβάζει την πίεση —ιδίως τις νυχτερινές και πρωινές ώρες.

Είναι ιδιαίτερα σημαντική στους ασθενείς με ανθεκτική υπέρταση: σε μελέτες, η υπνική άπνοια βρέθηκε να είναι η συχνότερη συνυπάρχουσα πάθηση σε αυτή την ομάδα. Πρέπει να την υποψιαζόμαστε σε άτομα που ροχαλίζουν έντονα, έχουν παύσεις αναπνοής στον ύπνο, υπερβολική ημερήσια υπνηλία και αυξημένη περίμετρο λαιμού. Η διάγνωση τίθεται με μελέτη ύπνου.

5. Λιγότερο συχνά αλλά σημαντικά αίτια

Υπάρχουν και άλλες, σπανιότερες αλλά κλινικά σημαντικές αιτίες, τις οποίες δεν πρέπει να ξεχνάμε:

  • Φαιοχρωμοκύττωμα: όγκος των επινεφριδίων που εκκρίνει ορμόνες, προκαλώντας επεισόδια έντονης υπέρτασης με εφίδρωση, κεφαλαλγία και ταχυκαρδία.
  • Σύνδρομο Cushing: υπερβολική παραγωγή κορτιζόλης.
  • Παθήσεις του θυρεοειδούς: τόσο ο υπερθυρεοειδισμός όσο και ο υποθυρεοειδισμός μπορούν να επηρεάσουν την πίεση.
  • Στένωση ισθμού της αορτής (coarctation): συγγενής πάθηση, σημαντική αιτία σε παιδιά και νέους.

Μην ξεχνάμε τα φάρμακα και τις ουσίες

Συχνά η αιτία είναι κάτι απλό: ορισμένα φάρμακα και ουσίες ανεβάζουν την πίεση. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (παυσίπονα), τα αντισυλληπτικά, ορισμένα αποσυμφορητικά της μύτης, η κορτιζόνη, καθώς και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ή γλυκόριζας. Μια προσεκτική λήψη ιστορικού για όλα όσα λαμβάνει ο ασθενής είναι πάντα το πρώτο βήμα.

Πώς γίνεται η διερεύνηση;

Η προσέγγιση είναι σταδιακή και εξατομικευμένη. Ξεκινά πάντα από το λεπτομερές ιστορικό και την κλινική εξέταση, μαζί με έναν βασικό εργαστηριακό έλεγχο (γενική αίματος, βιοχημικός έλεγχος με κάλιο και κρεατινίνη, ανάλυση ούρων). Με βάση τα ευρήματα και την κλινική υποψία, ο ιατρός επιλέγει στοχευμένα τις επόμενες, πιο εξειδικευμένες εξετάσεις —ορμονικό έλεγχο, απεικόνιση ή μελέτη ύπνου.

Είναι σημαντικό η διερεύνηση να γίνεται από ιατρό με εμπειρία στην υπέρταση, ώστε να αποφεύγονται τόσο οι περιττές εξετάσεις όσο και η παράλειψη μιας θεραπεύσιμης αιτίας.

Συμπέρασμα

Η δευτεροπαθής υπέρταση είναι λιγότερο συχνή από την ιδιοπαθή, αλλά πολύ πιο σημαντική από ό,τι υποδηλώνει το ποσοστό της —γιατί είναι συχνά θεραπεύσιμη. Η έγκαιρη αναγνώριση των «κόκκινων σημαδιών» και η σωστή διερεύνηση μπορούν να αλλάξουν ριζικά την πορεία ενός ασθενούς: από μια ζωή με πολλαπλά φάρμακα και κακή ρύθμιση, σε πιθανή πλήρη ίαση.

Αν είστε νέος/α με υπέρταση, αν η πίεσή σας δεν ρυθμίζεται παρά τα φάρμακα, ή αν έχετε κάποιο από τα σημάδια που περιγράφηκαν, συζητήστε με τον ιατρό σας το ενδεχόμενο ελέγχου για δευτεροπαθή αιτία. Μπορεί να είναι το πιο σημαντικό βήμα για την υγεία σας.

Βιβλιογραφία

  1. McEvoy JW, McCarthy CP, Bruno RM, et al. 2024 ESC Guidelines for the management of elevated blood pressure and hypertension. Eur Heart J. 2024;45(38):3912-4018.
  2. Charles L, Triscott J, Dobbs B. Secondary Hypertension: Discovering the Underlying Cause. Am Fam Physician. 2017;96(7):453-461.
  3. Rossi GP, Bisogni V, Rossitto G, et al. Practice Recommendations for Diagnosis and Treatment of the Most Common Forms of Secondary Hypertension. High Blood Press Cardiovasc Prev. 2020;27(6):547-560.
  4. Young WF Jr. Diagnosis and treatment of primary aldosteronism: practical clinical perspectives. J Intern Med. 2019;285(2):126-148.
  5. Funder JW, Carey RM, Mantero F, et al. The Management of Primary Aldosteronism: Case Detection, Diagnosis, and Treatment: An Endocrine Society Clinical Practice Guideline. J Clin Endocrinol Metab. 2016;101(5):1889-1916.
  6. Monticone S, Burrello J, Tizzani D, et al. Prevalence and Clinical Manifestations of Primary Aldosteronism Encountered in Primary Care Practice. J Am Coll Cardiol. 2017;69(14):1811-1820.
  7. Hannon MJ, Williams TA, Mulatero P. Diagnosis and Management of Secondary Hypertension. Annu Rev Med. 2024.
  8. Pedrosa RP, Drager LF, Gonzaga CC, et al. Obstructive sleep apnea: the most common secondary cause of hypertension associated with resistant hypertension. Hypertension. 2011;58(5):811-817.
  9. Textor SC. Renal Arterial Disease and Hypertension. Med Clin North Am. 2017;101(1):65-79.
  10. Carey RM, Calhoun DA, Bakris GL, et al. Resistant Hypertension: Detection, Evaluation, and Management. A Scientific Statement from the American Heart Association. Hypertension. 2018;72(5):e53-e90.

By Ηρακλής Αβραμόπουλος

Ο Ηρακλής Αβραμόπουλος είναι ειδικός παθολόγος και Διευθυντής της Παθολογικής Κλινικής του νοσοκομείου ΥΓΕΙΑ. Διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο στο Μαρούσι με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη διάγνωση και αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Υπέρταση: Θεωρία και Πράξη» και αρθρογραφεί με στόχο την έγκυρη ενημέρωση των ασθενών με βάση τις σύγχρονες διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες.